Μία τροπολογία που γεννά ερωτηματικά - Του Χρήστου Μπουσιούτα
Δεν με αφορά η διένεξη και ποιός έχει δίκιο στην οικογενειακή αντιδικία Μάτσα - Κεφαλογιάννη και ελάχιστα με απασχολεί αν η τροπολογία, όπως αναφέρει ο υπουργός δικαιοσύνης, ήταν επιβεβλημένη, δίκαιη και υπέρ των πολιτών.
Ούτε θα επικαλεστώ την ρήση για την «γυναίκα του Καίσαρα» γιατί οι πολιτικοί διαχρονικά, μας έχουν δείξει ότι δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της.
Θα σταθώ μόνο στο γεγονός ότι αυτή η τροπολογία εντάχθηκε ως κατεπείγουσα μάλιστα, σε ένα άσχετο νομοσχέδιο που αφορούσε την ένταξη του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ.
Το επιχείρημα του κυρίου Φλωρίδη ότι:
«η διάταξη αυτή ψηφίστηκε από 180 βουλευτές και ο ΣΥΡΙΖΑ,
η «Νίκη» και η Ελληνική Λύση του κ. Βελόπουλου είπαν “παρών”.
Δηλαδή δεν αρνήθηκαν ψήφο.
Ψήφισε η Ν.Δ., το ΚΚΕ και τρεις ανεξάρτητοι, 180.
Δηλαδή αυτή η διάταξη πήρε την ψήφο των 3/5 της Βουλής
ως θετική ψήφο και την ανοχή των 2/3,
δηλαδή πήρε πάνω από 200 ψήφους»
είναι έωλο, γιατί όσοι την ψήφισαν η δήλωσαν «παρών» δεν την ταύτισαν τότε με την δικαστική εκκρεμότητα της κυρίας Κεφαλογιάννη, ούτε φυσικά αμφισβήτησαν την αναγκαιότητά της.
Αυτά που αμφισβητούνται τώρα, είναι οι αγνές προθέσεις.
Και αναρωτιέμαι πως μπορείς να πείσεις τον ελληνικό λαό ότι αυτή η τροπολογία δεν είναι «φωτογραφική», όταν η πρώτη που έσπευσε να κάνει χρήση της ήταν η υπουργός κυρία Κεφαλογιάννη, που λίγες ημέρες πριν είχε απορριφθεί από το δικαστήριο το αίτημά της για την αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών της.
Πρέπει να καταλάβουν εκεί στην κυβέρνηση ότι αν αυτή η τροπολογία ερχόταν σε κάποιον άλλον χρόνο και με μια άλλη διαδικασία, θα μπορούσε να περάσει από απαρατήρητη, έως δίκαιη και ότι η διαμαρτυρία δεν έχει σαν στόχο το γράμμα του νόμου, αλλά της αίσθηση της διευκόλυνσης.
Στην πολιτική, όσο και αν επιμένει για το αντίθετο ο υπουργός δικαιοσύνης, η συγκυρία αλλά και το ποιος άμεσα ωφελείται, έχει ξεχωριστή αξία.
Όταν μια τροπολογία μπαίνει σαν υστερόγραφο σε ένα άσχετο νομοσχέδιο ζητώντας από τον κόσμο να την κρίνει νομικά και όχι πολιτικά, είναι σαν να του ζητάς να αμφιβάλλει για την νοημοσύνη του.
Και όταν, όλως τυχαίως, η πρώτη που σπεύδει να κάνει χρήση της είναι μια εν ενεργεία υπουργός με προσωπική υπόθεση σε πλήρη εξέλιξη, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια σύμπτωση, αλλά για μια καθ' υπόδειξη διάταξη, όχι απαραίτητα παράνομη, αλλά προκλητική στη συνείδηση της κοινωνίας.
Ο κόσμος κύριε υπουργέ της δικαιοσύνης μπορεί να μην ξέρει από διατάξεις, από άρθρα και παραγράφους, αλλά ξέρει πολύ καλά πότε τον περνάνε για χαζό.
Ξέρει ότι αν η ρύθμιση ήταν «τόσο ώριμη και τόσο αναγκαία εδώ και πολύ καιρό» όπως ισχυρίζεστε, τότε θα είχε έρθει εδώ και πολύ καιρό και δεν θα περίμενε να εισαχθεί μετά από μια δικαστική απόφαση που δεν ήταν της αποδοχής της κυρίας Κεφαλογιάννη.
Ο κόσμος γνωρίζει πολύ καλά ότι τα δικά του δικαιώματα που πολλές φορές αν και έχουν κατεπείγοντα χαρακτήρα καθυστερούν, παρακάμπτονται ή αντιμετωπίζονται με γραφειοκρατικές αγκυλώσεις από την πολιτεία, σε αντίθεση με την σπουδή που επιδεικνύει στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων.
Και τελικά, το πιο εξοργιστικό δεν είναι η ίδια η τροπολογία, ούτε η χρήση της φυσικά από την κυρία Κεφαλογιάννη που σαν Ελληνίδα πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα, ούτε τα αμήχανα επιχειρήματα του υπουργού περί δικαίου.
Είναι αυτό το γνώριμο, παλιακό και ανησυχητικό πολιτικό μοτίβο.
Κάποιοι νόμοι να παρουσιάζονται ότι εξυπηρετούν το συμφέρον του πολίτη, ενώ στην ουσία εστιάζουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Και στο τέλος της ημέρας εκείνο που θα μείνει δεν είναι η τροπολογία. Θα είναι η αίσθηση ότι υπάρχουν δύο ταχύτητες δικαίου.
Μία για τους πολλούς, που περιμένουν να έρθει η σειρά τους, αν έρθει ποτέ και μία για τους λίγους, που σε μορφή κατεπείγοντος εξυπηρετούνται.
Και το ερώτημα εδώ είναι, πως ζητάς από μια κοινωνία που της δίνεις το δικαίωμα να σε αμφισβητεί, σεβασμό στους νόμους, όταν η πολιτεία τους αντιμετωπίζει σαν εργαλείο για να εξυπηρετηθούν προσωπικές ατζέντες.

Nina Litvinova: In Memoriam
- Δημοφιλέστερα









