Κινηματογράφος: "Ξεχασμένοι από την Κοινωνία" (1950) - Λουί Μπουνιουέλ - του Δημήτρη Δανίκα
Μετά τον ισπανικό εµφύλιο πόλεµο ο συνεργάτης του Χίτλερ και αρχιστράτηγος Φράνκο, «στέλνει» τον Λουί Μπουνιουέλ εξόριστο στις ΗΠΑ και από εκεί στο Μεξικό.
Ετσι το 1950 µε µια ασπρόµαυρη ιστορία αµείλικτου ρεαλισµού που το λέγανε «Los Οlvidados», το Μεξικό σκαρφαλώνει στην πρωτοπορία ενώ η δικτατορία ρηµάζει την Ισπανία!
Παραπλανητική η πεποίθηση που κυκλοφορεί από θεωρητικούς στην κινηµατογραφική πιάτσα. Πως δηλαδή είναι σουρεαλιστικός ο χαρακτήρας των έργων του Λουί Μπουνιουέλ (1900-1983). Ετσι, σουρεαλιστής ξεκίνησε το 1929 µε το 17λεπτο «Un chien Αndalou» (Ενας ανδαλουσιανός σκύλος). Οµως οι κορυφαίες και ανεπανάληπτες στιγµές, από τη δεκαετία του 1950 µέχρι τον θάνατό του, αποτελούν λαµπρά παραδείγµατα είτε ενός σκληρού, ανελέητου ρεαλισµού ή ενός κοινωνικού, κατάµαυρου σαρκασµού. Εξω και πέρα από κάθε σύµβαση, συµβιβασµό και κλισέ. Με έναν λόγο, ο θηριώδης Ισπανός που µε ανακούφιση και σαρκασµό έλεγε «Τhank God Ι am an atheist» (Ευχαριστώ Θεέ µου που είµαι άθεος) τα κανε όλα λαµπόγυαλο. Το «Los Οlvidados», η ταφόπλακα του νατουραλισµού, του ροµαντισµού, της εξιδανίκευσης, των θρησκειών και του ιδεαλισµού. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Ούτε τις πέτρες!
Η δράση στα slums του Μεξικού του 1950. Πλίνθινες καλύβες και ανθρώπινα ερείπια ανακατεµένα µε αδέσποτα τετράποδα, σκόνη, βρώµα και κουρέλια. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975)
στο «Αccatone», µε το ίδιο σκηνικό, αλλά στην περιφέρεια της Ρώµης αυτό, σκηνοθετεί την ποιητική αγιογραφία αµαρτωλών και καταραµένων «σκουπιδιών». Ο Μπουνιουέλ δεν αφήνει κανένα άλλοθι, κανένα ελαφρυντικό. Ο Χάιµπο (Ροµπέρτο Κόµπο), αρχηγός µια συµµορίας ανήλικων κακοποιών, δραπετεύει από το αναµορφωτήριο και στον δρόµο κοπανάει µέχρι λιποθυµίας έναν γέρο τυφλό. Αµέσως µετά ο ίδιος τυφλός, αρπάζει ανήλικο χωριατόπουλο, το ρίχνει στην αγορά και το εκµεταλλεύεται του θανατά. Σόι πάει το βασίλειο του εγκλήµατος. Αµέσως µετά ο Χάιµπο παρέα µε τον αυτοκόλλητό του Πέδρο (Αλφόνσο Μεχία), ορµάει σε κάποιον συνοµήλικό του µε το όνοµα Χούλιο, τον κατηγορεί για χαφιεδισµό και τον ξυλοφορτώνει µέχρι θανάτου. Αµέσως µετά και εξαιτίας αυτού του ακραίου περιστατικού, ο Πέδρο βασανίζεται από τύψεις και βλέπει εφιάλτες. Αµέσως µετά _ η αφήγηση λειτουργεί σαν συρραπτική µηχανή _ η µάνα του Πέδρο, η Μάρτα (Εστέλα Ιντα), πετάει το παιδί της έξω από το σπίτι και εκείνος µέσα στην απελπισία του πιάνει δουλειά, για φραγκοδίφραγκα, σ ένα σιδεράδικο. Αµέσως µετά και όταν κατηγορείται για ληστεία που δεν έκανε, την κοπανάει και βγαίνει στους δρόµους και την αλητεία. Εδώ ο Μπουνιουέλ χλευάζει υπογείως τον «Ολιβερ Τουίστ» του Κάρολου Ντίκενς. Τι φιλανθρωπίες και κουραφέξαλα. Ηell η ζωή σ αυτές τις γειτονιές! Αµέσως µετά ο Χάιµπο την πέφτει στη Μάρτα και οι δύο µαζί καταλήγουν στο κρεβάτι. Η µάνα πετάει το αθώο παιδί της και κάνει πεολειχία στον εγκληµατία. Τέλεια. Αµέσως µετά η Μάρτα καρφώνει τον γιο της στους µπάτσους. Σας είπα. Ο Μπουνιουέλ δεν αφήνει ρουθούνι που να µη ανοίξει µε τις µπουνιές του. Αµέσως µετά ο Πέδρο δραπετεύει από το αναµορφωτήριο αποφασισµένος να βρει και να εκδικηθεί.
Ετσι πάνω στη µονοµαχία σκοτώνεται από τον Χάιµπο. Τον υποτιθέµενο φίλο του και περιστασιακό εραστή της µάνας του. Αµέσως µετά η αστυνοµία καταδιώκει και σκοτώνει τον Χάιµπο. Αµέσως µετά, κάποιος γείτονας ανακαλύπτει στην αυλή του το πτώµα του αθώου Πέδρο, το φορτώνει στο γαϊδούρι του και το πετάει σε µια χωµατερή. Τhe Εnd. Ο Μπουνιουέλ είχει δίκιο. Θεός δεν υπάρχει!
Η ασπρόµαυρη φωτογραφία παρέα µε το σκηνοθετικό ύφος µιµούνται, σαν copy paste, τη δυσοσµία και την απροσµέτρ ΝΕΑητη εξαθλίωση αυτής της µικρής κοινωνίας. Τα περιστατικά «ξερά». Γρονθοκοπούν τον αµφιβληστροειδή του θεατή. Εδώ ο Μπουνιουέλ µετατρέπει τον ροµαντισµό του «Επαναστάτη χωρίς αιτία» (Rebel without a cause - 1955) του Νίκολας Ρέι σε ταµπούρλο. Αφήνει πίσω του, µίλια µακριά, το «Πισότε, το χαµίνι του Σάο Πάολο» (Ρixote: Α Lei do Μais Fraco - 1981) του Αργεντίνου Εκτορ Μπαµπένκο. Και στέλνει στη Β Εθνική τον «Αταίριαστο» (Rumble fish - 1983) του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Γιατί από τέτοια κουρελαρία, κουρέλια θα προκύψουν. Γιατί µια τέτοια απροσµέτρητη κοινωνική αδικία είναι το προπονητικό κέντρο πάσης φύσεως εγκληµατικότητας και παρανοµίας. Γιατί ο µόνος αθώος, ο µοναδικός υποψήφιος επίγειος άγγελος, καταλήγει στα σκουπίδια. Γιατί καµία ελπίδα σε µια τέτοια χωµατερή. Γιατί ουδείς καλός ή κακός εκ γενετής. Γιατί µάχαιραν έδωκας µάχαιραν θα λάβεις. Ολα τα υπόλοιπα είναι απλώς µπουρδολογίες. Αυτή η αµείλικτη αλήθεια. Με µια κουβέντα, το «Los Οlvidados» είναι το θωρηκτό Ποτέµκιν. Γιατί στέλνει αδιάβαστες στον βυθό όλες µα όλες τις αντίστοιχες ιστορίες ανήλικων µικροκακοποιών που σουλατσάρουν σε όλες τις φτωχογειτονιές του πλανήτη. Διαµάντι µέσα από τα σκουπίδια!

Nina Litvinova: In Memoriam
- Δημοφιλέστερα









