Για το ελληνικό Πανεπιστήμιο - Της Βίκυς Καραφουλίδου
Η ελληνική κοινωνία δέχεται μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις στην ιστορία της αδυνατώντας να προστατέψει αποτελεσματικά τον εαυτό της. Εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα του παρόντος και στις μυθολογίες του παρελθόντος της, παρακολουθεί τη διάλυση όλων των μηχανισμών διασφάλισης των όρων αναπαραγωγής της.
Μέσα στη γενική οικονομική και κοινωνική κατάρρευση υπερψηφίζεται ο νόμος για την ανώτατη παιδεία προς δόξαν των ιδεοληπτικών φαντασιώσεων μίας κάστας μεταλλαγμένων «σοσιαλδημοκρατών» που φιλοδοξούν να κάνουν «την κρίση ευκαιρία", γυρίζοντάς μας πίσω σε σκοτεινές εποχές.
Πρόκειται για έναν νόμο που καταστρατηγεί τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πανεπιστημίου, πλήττει άμεσα την ευρωπαϊκή παράδοση της universitas και ναρκοθετεί την ανοικτή κοινωνική κινητικότητα, την οποία είχε μεταπολιτευτικά εγγυηθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρ' όλες τις παθογένειές της. Για να καταστεί δυνατή η άλωση του πανεπιστημίου χρειάστηκε η συναίνεση της «σιωπηρής πλειοψηφίας», έργο θεάρεστο που ανέλαβαν με ειλικρινή ζήλο τα φερέφωνα του συστήματος.
Έτσι η κυρίαρχη ρητορική ενίσχυσε τις χειρότερες, τις πλέον επικίνδυνες εκδοχές του κοινωνικού σώματος, προάγοντας τον λαϊκισμό της χρεωκοπίας, εφόσον οι καιροί της ιδιωτικής ευδαιμονίας παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Κατασυκοφαντώντας και εξευτελίζοντας την πανεπιστημιακή κοινότητα έθρεψε τα ανορθολογικά ένστικτα που αναζητούν οπουδήποτε να εκδικηθούν την ξαφνική συντριβή. Προώθησε περαιτέρω τον κατακερματισμό του συλλογικού σώματος σε «συντεχνίες» προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε κοινωνική συμμαχία προς υπεράσπιση του συλλογικού αγαθού.
Έτσι θριάμβευσε η στρέβλωση των λέξεων. Η «εκσυγχρονιστική προοδευτικότητα» που διαιωνίζει τον πιο βαθύ επαρχιωτισμό. Θεραπεύοντας την πλεγματική σχέση με τη Δύση, προσφέροντας στον τραυματισμένο μεγαλοϊδεατισμό μας νέες αυταπάτες και φαιδρές υποσχέσεις για ελληνικής κοπής Χάρβαρντ στην επικράτεια και στα Βαλκάνια. Αποσιωπώντας προκλητικά τους κοινωνικοοικονομικούς όρους σύστασης ενός πανεπιστημίου αντάξιου του ονόματός του. Εναποθέτοντας το μέλλον των ιδρυμάτων σε συνταξιούχους πολιτικούς, «φωτισμένους» δεσποτάδες ή στην κρατικοδίαιτη, μεταπρατική επιχειρηματικότητα που όντως κατόρθωσε την πλήρη αποβιομηχάνιση του τόπου.
Έτσι οι οργανικοί «διανοούμενοι» της κυβέρνησης όξυναν τα πιο αντιδραστικά αντανακλαστικά της κοινής γνώμης θεσμοθετώντας εντός του πανεπιστημίου το αντιδημοκρατικό και αντιφιλελεύθερο πνεύμα που χαρακτηρίζει εδώ και μήνες την κεντρική πολιτική σκηνή. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως βαδίζουν σε ολισθηρό έδαφος.
Η αντικοινοβουλευτική φιλολογία των καφενείων ή η αλαζονεία του κ. Βενιζέλου που ανακοινώνει αυταρχικά απολύσεις και μειώσεις μισθών βρίσκουν το ανάλογό τους στην παύση δημοκρατικά εκλεγμένων πρυτανικών αρχών. Την ίδια στιγμή που ο συλλογικός πόθος για «ευταξία» δικαιώνεται στην κατάργηση του ασύλου, ξορκίζοντας τον διαβόητο πλέον «αριστερισμό». Άραγε, γιατί όχι; Για τους δημοσιολόγους «μας», αυτός παραμένει ο ύψιστος εσωτερικός εχθρός, λίγους μήνες μετά την πρωτοφανή καταστολή στο Σύνταγμα και προχθές στην πάνοπλη, λόγω της ΔΕΘ, θωρακισμένη συμπρωτεύουσα.
Ωστόσο εδώ δεν υπερασπίζομαι τον άσπιλο λαό. Το δικό του δράμα έγκειται στο γεγονός πως δεν διαθέτει κανένα ισχυρό πολιτισμικό και πολιτικό αντίβαρο στις πολιτικές που τον απειλούν. Αντιλαμβάνεται καλά τη σημασία του νόμου για την τριτοβάθμια, αλλά έχει ήδη εσωτερικεύσει τις νόρμες των νεοφιλελεύθερων αξιών, την ανταγωνιστικότητα και την ανταποδοτικότητα.
Η κοινωνική δυσφορία διογκώνεται όσον αφορά την υλική πλευρά της ζωής, όμως στο επίπεδο των αξιών παραμένει δημοφιλής η σύνδεση της παιδείας με την αγορά. Ο νεοελληνικός ατομικισμός, που πεισματικά αρνείται να δει πέρα από τη μύτη του, επιλέγει τις προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης, ομνύοντας στα «δικαιώματα» ενός απαιτητικού «πολίτη - πελάτη», πολύ απομακρυσμένου από την κλασική έννοια της civilite.
Πολλοί από τους φοιτητές, αμήχανοι μπροστά στη λαίλαπα των όσων συμβαίνουν, βυθίζονται στον πραγματισμό της πολύτιμης «εξεταστικής». Δεν έχουν μάθει να συνδέουν το γενικό με το ειδικό, το δημόσιο με το ιδιωτικό, δεν ξέρουν να ονειρευτούν συλλογικά οτιδήποτε για το μέλλον τους.
Επειδή όμως η μεσαία τάξη είναι ευεπίφορη τόσο για το καλύτερο όσο και για το χειρότερο, μιλάμε πλέον για τεράστιες ιστορικές και πολιτικές ευθύνες. Αγωνιώ για το τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, που θέλουμε να θεωρούμαστε άνθρωποι αριστεροί. Και δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ αν ποτέ κανείς θα λογοδοτήσει γι' αυτό το «ολικό» κοινωνικό έγκλημα που διεξάγεται καθημερινά μπροστά στα μάτια μας.

Nina Litvinova: In Memoriam
- Δημοφιλέστερα









