ΟΠΕΚΕΠΕ: Το σκάνδαλο που δεν συγχωρεί, η νέα δικογραφία που καίει και το διάγγελμα Μητσοτάκη
Το πολιτικό κόστος τώρα μετριέται
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν πιέζεται απλώς. Σφίγγει. Και όταν σφίγγει, αρχίζουν όλα να ακούγονται πιο δυνατά: σκάνδαλα, δικογραφίες, ασυλίες, εκλογές.
Το σκηνικό που διαμορφώνεται γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια ακόμη «δύσκολη συγκυρία» για την κυβέρνηση. Είναι κάτι πιο σύνθετο. Γιατί για πρώτη φορά εδώ και καιρό, η πίεση δεν έρχεται μόνο από την αντιπολίτευση ή την κοινωνία, αλλά και από το ίδιο το θεσμικό πεδίο. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι πολιτικός αντίπαλος. Δεν σηκώνει εύκολα επικοινωνιακή διαχείριση.
Στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ. η ατμόσφαιρα δεν είναι απλώς βαριά. Είναι ηλεκτρισμένη. Οι βουλευτές που βρίσκονται στο κάδρο εμφανίζονται σχεδόν παρεξηγημένοι. Δεν έκαναν κάτι παράνομο, λένε. Απλώς βοήθησαν. Έβαλαν ένα χεράκι βρε παιδί μου. Διόρθωσαν αδικίες. «Έκαναν τη δουλειά τους». Και καμιά δουλειά, σου λέει, δεν είναι ντροπή. Εκτός από καποιες που είναι.
Είναι αυτή η γνώριμη ελληνική εκδοχή πολιτικής παρέμβασης: δεν είναι ρουσφέτι — είναι «διευκόλυνση». Δεν είναι παρέμβαση — είναι «εξυπηρέτηση». Και φυσικά, δεν είναι πρόβλημα — είναι… υποχρέωση προς τον ψηφοφόρο. Μόνο που εδώ αρχίζει το μπέρδεμα. Γιατί όταν η «διόρθωση αδικιών» γίνεται οριζόντια αφήγηση, τότε δεν μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά. Μιλάμε για κουλτούρα.
Την ίδια ώρα, οι υπόλοιποι βουλευτές δεν δείχνουν διάθεση να παίξουν τον ρόλο του «εσωτερικού δικαστή». Το μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές: δεν θα μπουν στη διαδικασία να κρίνουν κατά περίπτωση ποιος «πέφτει» και ποιος «περνάει». Θέλουν μια ενιαία πολιτική γραμμή. Και τη θέλουν τώρα.
Καθώς όμως ακούγεται έντονα ότι έρχεται άμεσα και άλλη δικογραφία στη Βουλή (που μάλιστα περιλαμβάνει κυβερνητικό στέλεχος), όλοι κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα. Ειδικά οι βουλευτές των αγροτικών νομών προσπαθούν να θυμηθούν πότε σήκωσαν το τηλέφωνο και τι είπαν.
Ό,τι κι αν κάνει, χάνει
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι πως ότι και να κάνει κερδισμένη δεν μπορεί αν βγει. Αν απορρίψει τις άρσεις ασυλίας, ανοίγει ευθεία σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Και αυτή δεν είναι μια σύγκρουση που μπορεί να «σβήσει» με μια πολιτική δήλωση. Αν τις εγκρίνει, ακόμη και οριζόντια, τότε δίνει έδαφος στην αντιπολίτευση να μιλήσει για «κυβέρνηση υπόδικων». Και αυτή η ταμπέλα, από τη στιγμή που κολλήσει, δύσκολα ξεκολλάει.
Είναι η κλασική παγίδα εξουσίας: όταν κάθε επιλογή έχει κόστος, και καμία δεν προσφέρει πραγματική διέξοδο.
Στο μεταξύ, η αντιπολίτευση δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω. Οι τόνοι ανεβαίνουν, οι χαρακτηρισμοί σκληραίνουν και η ρητορική γίνεται ολοένα πιο επιθετική.
Το ΠΑΣΟΚ επενδύει στη γραμμή του «βαθέος κράτους», επιχειρώντας να συνδέσει την υπόθεση με το αφήγημα των υποκλοπών. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανεβάζει το πολιτικό θερμόμετρο, μιλώντας ανοιχτά για «κυβέρνηση που πρέπει να φύγει». Το ΚΚΕ και η Νέα Αριστερά κινούνται σε ακόμη πιο σκληρή γλώσσα, με ευθείες κατηγορίες περί «σαπίλας» και «κατάρρευσης».
Το σκηνικό δεν θυμίζει απλώς ένταση. Θυμίζει προεκλογική περίοδο — έστω κι αν οι κάλπες δεν έχουν ακόμη προκηρυχθεί.
Τα σενάρια των εκλογών — και η πραγματικότητα
Στο παρασκήνιο, οι εισηγήσεις για πρόωρες εκλογές έχουν αρχίσει να πέφτουν στο τραπέζι. Η λογική είναι απλή: αν η κατάσταση πρόκειται να επιδεινωθεί, καλύτερα να πας σε κάλπες όσο διατηρείς ακόμη προβάδισμα.
Μόνο που το Μαξίμου, προς το παρόν, δεν δείχνει να συμμερίζεται αυτή την άποψη. Και όχι τυχαία. Γιατί οι εκλογές δεν λύνουν πάντα προβλήματα. Κάποιες φορές τα μεγεθύνουν.
Επιπλέον, το ημερολόγιο δεν βοηθά. Νέες δικογραφίες βρίσκονται ήδη καθ’ οδόν και αναμένεται να φτάσουν στη Βουλή, κρατώντας το θέμα ανοιχτό για μήνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η προσφυγή στις κάλπες δεν είναι «καθαρή έξοδος». Είναι ρίσκο. Πριν από το φθινόπωρο λοιπόν δύσκολα θα δούμε κάλπες.
Η λέξη «σκευωρία» χρησιμοποιείται ήδη. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για άμυνα ή για προειδοποίηση. Γιατί αν η πολιτική σύγκρουση μετατραπεί σε σύγκρουση με τους θεσμούς, τότε το παιχνίδι αλλάζει επίπεδο. Και εκεί, δεν υπάρχουν εύκολες επιστροφές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έρχεται και το τηλεοπτικό μήνυμα Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός δεν θα ξεφύγει από τη γνώριμη γραμμή: διαχρονικό πρόβλημα, διακομματικές ευθύνες, αλλά και παραδοχή ότι υπήρξαν αστοχίες και καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση του πελατειακού μοντέλου.
Θα επιμείνει ότι οι έρευνες ξεκίνησαν από την ίδια την κυβέρνηση, ενώ θα απορρίψει το «τσουβάλιασμα», ζητώντας αξιολόγηση κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Το αφήγημα θα συμπληρωθεί με την «τομή» της μεταφοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και την ψηφιοποίηση των διαδικασιών. Και φυσικά, δεν θα λείψουν οι αιχμές προς την αντιπολίτευση — γιατί, όπως πάντα, κανείς δεν είναι αθώος σε αυτή την ιστορία.

Nina Litvinova: In Memoriam
- Δημοφιλέστερα









