Ρωσία-Τουρκία: «Φυσικοί» αντίπαλοι ή σύμμαχοι; - Του Κων/νου Φίλη*
Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε μία συνεχιζόμενη τάση ενδυνάμωσης των ρωσοτουρκικών σχέσεων, η οποία σε ένα βαθμό βασίστηκε στην προσωπική χημεία Πούτιν-Ερντογάν. Ωστόσο, βαθύτεροι λόγοι έφεραν εγγύτερα δυο παραδοσιακά άσπονδους φίλους.
Από τη μία, η σταδιακή-ήδη από το 2003- αποστασιοποίηση της Τουρκίας από τον αμερικανικό παράγοντα και η συνακόλουθη επιλογή της να αποποιηθεί το ρόλο του στρατηγικού εταίρου της Ουάσιγκτον έχουν εν μέρει γεφυρώσει το ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα σε Άγκυρα και Μόσχα. Πλέον, οι δύο χώρες μοιράζονται κοινές θέσεις για τα περισσότερα ζητήματα διεθνούς και περιφερειακού ενδιαφέροντος.
Από την άλλη, πρόκειται για δυο μεγάλες αγορές που μπορούν να αξιοποιήσουν συνδυαστικά τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα (πχ ρωσική τεχνολογία με τουρκικές μονάδες παραγωγής). Επακόλουθα, η ραγδαία αύξηση των εμπορικών τους συναλλαγών δίνει περαιτέρω ώθηση στις διμερείς σχέσεις.
Εντούτοις, παρατηρούμε την πρόθεση τους (επί του παρόντος σε ad hoc βάση) να πετύχουν συνέργειες στο πλαίσιο των G-20 που, εκ των πραγμάτων, υποκαθιστούν σε σημαντικές αποφάσεις τα Ηνωμένα Έθνη. Πάντως, άλλα μπλοκ (πχ BRICS) είναι σαφώς ισχυρότερα, τα διακατέχει μικρότερη καχυποψία, η δε συνεργασία είναι αδιαμφισβήτητα συστηματικότερη.
Ένα επιπλέον στοιχείο ταύτισης, το οποίο ωστόσο δυνητικά θα αποτελέσει τροχοπέδη στις σχέσεις τους, είναι ο αυτοπροσδιορισμός τους ως περιφερειακές υπερδυνάμεις. Όσο η Τουρκία αποδέχεται την πρωτοκαθεδρία της Ρωσίας στον μετασοβιετικό χώρο και η τελευταία διστάζει να επανακάμψει δυναμικά σε Μέση Ανατολή και Μεσόγειο, το υφιστάμενο modus operandi θα διατηρείται. Επειδή, όμως, οι προαναφερθείσες περιοχές θεωρούνται, εν πολλοίς, φυσική συνέχεια του ζωτικού τους χώρου, η σύγκρουση συμφερόντων είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Αυτό, βέβαια, θα εξαρτηθεί από το βαθμό μετριοπάθειας που θα επιδείξουν οι πολιτικές ηγεσίες. Ασφαλώς, η συνύπαρξη δύο πρώην αυτοκρατοριών με αντιλήψεις ανάλογες των ιστορικών τους παραστάσεων, δεν προοιωνίζεται μακρά περίοδο ηρεμίας άνευ (ελεγχόμενων ή μη) εντάσεων.
Αναμφίβολα, η ενεργειακή συνεργασία, όπως κατέδειξε και η συμφωνία δημιουργίας πυρηνικών αντιδραστήρων εντός της τουρκικής επικράτειας, είναι παράγων ενδυνάμωσης. Είναι, πάντως, εξίσου και στοιχείο ανταγωνισμού. Μόσχα και Άγκυρα δένονται από τον υποθαλάσσιο, μέσω Μαύρης Θάλασσας, αγωγό αερίου Μπλε Ρεύματος και, μάλιστα, έχουν συμφωνήσει στην επέκταση του ώστε να διοχετεύονται μεγαλύτερες ποσότητες στη διψασμένη τουρκική αγορά. Παράλληλα, συζητούν την προοπτική του πετρελαιαγωγού Σαμψούντα-Τσεϊχάν ως αντίδοτο στον αμφίβολο, λόγω βουλγαρικών εμποδίων, Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Είναι, όμως, δυνατόν η Ρωσία αντί να αποσυμφορίσει τα προβληματικά Στενά να επιδιώκει επιπλέον εξάρτηση από τη γείτονα, αγνοώντας ότι η τελευταία εκμεταλλευόμενη το status των Στενών επιφέρει καθυστερημένες διελεύσεις τάνκερ που μετακυλίουν το κόστος στον προμηθευτή;
Αποφάσισε η Μόσχα να παραβλέψει την ενίσχυση του διαμετακομιστικού ρόλου της Άγκυρας που μέχρι σήμερα μετουσιώνεται μέσω projects που αντίκεινται στα ρωσικά συμφέροντα; Επιζητά τη μετεξέλιξη της Τουρκίας σε χώρα-κλειδί για τη διαμετακόμιση των υδρογονανθράκων της Ανατολής, η οποία, όμως, σε καμία περίπτωση δεν θα δεσμεύεται σε μία πολιτική αποκλειστικής εξυπηρέτησης των συμφερόντων της Ρωσίας; Ή μήπως σκοπεύει να διαπραγματεύεται μαζί της από ισότιμη βάση;
Είναι, συνεπώς, δύσκολο να στοιχειοθετηθεί γιατί το Κρεμλίνο θα επιθυμούσε μία ριζική ανατροπή των μέχρι σήμερα ενεργειακών σχεδιασμών του για χάρη της Τουρκίας.
Εύλογα εγείρονται σοβαρές ενστάσεις έναντι του ενδεχόμενου οι θετικές εξελίξεις της τελευταίας επταετίας να σηματοδοτούν, πραγματικά, την ουσιαστική ανάπτυξη μίας στρατηγικής εταιρικής σχέσης χωρίς ανταγωνισμούς και αμοιβαία καχυποψία. Μάλιστα, η έντονη αντίδραση του Κρεμλίνου στα μεγαλεπήβολα σχέδια Ερντογάν για το Βόσπορο (δημιουργία δεύτερου στενού που θα διευκολύνει τη θαλάσσια κίνηση), όπου μεταξύ άλλων του υπενθύμισε τη Συνθήκη του Μοντρέ που καθορίζει το καθεστώς των Στενών, είναι χαρακτηριστική της δυσπιστίας που διέπει τις σχέσεις των δύο χωρών.
Συμπερασματικά, οι δύο χώρες περισσότερο αναζητούν μοχλούς πίεσης προκειμένου να «συνετιστούν» οι φυσικοί τους σύμμαχοι. Παράλληλα, δοκιμάζουν τις αντοχές των εταίρων τους θέλοντας να διευρύνουν τα περιθώρια ελιγμών τους, αφού θεωρούν πως οι υφιστάμενες επιλογές τους δεν εξασφαλίζουν απαραίτητα και αποτελεσματικά τα συμφεροντά τους.
*Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι πολιτικός επιστήμονας και επικεφαλής του Κέντρου Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Nina Litvinova: In Memoriam
- Δημοφιλέστερα









